Διαδηλωτές διεκδικούν την πληρωμή τους από την China Evergrande Group, έξω από το Evergrande International Center στην Γκουανγκτζού. Επαρχία Γκουανγκντόνγκ, Κίνα, 4 Ιανουαρίου 2022. (David Kirton/Reuters)
Παρά τη λογοκρισία και τον αυταρχικό έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι διαμαρτυρίες πολλαπλασιάζονται σε ολόκληρη τη χώρα, αποκαλύπτοντας βαθιά ρήγματα στο οικονομικό μοντέλο και στο κοινωνικό συμβόλαιο του Πεκίνου — Μια πραγματικότητα που το Πεκίνο προσπαθεί να αποκρύψει
Παρά τη συστηματική λογοκρισία, την ασφυκτική αστυνόμευση και την αυστηρή κρατική αφήγηση περί «κοινωνικής σταθερότητας», η Κίνα βιώνει μια αθόρυβη αλλά βαθιά κοινωνική αναταραχή. Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την πανδημία COVID-19, οι διαμαρτυρίες αυξάνονται τόσο σε αριθμό όσο και σε γεωγραφική διασπορά, αποκαλύπτοντας ρωγμές στο οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ).
Το ΚΚΚ έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στη δημιουργία της εικόνας μιας σταθερής, ευημερούσας και πλήρως ελεγχόμενης κοινωνίας. Ωστόσο, πίσω από την επίσημη αφήγηση, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ιδιαίτερα μετά το τέλος της πολιτικής «μηδενικού COVID», η Κίνα βιώνει μια έντονη αύξηση κοινωνικών αναταραχών, οι οποίες εκδηλώνονται με τη μορφή απεργιών, τοπικών διαμαρτυριών και αυθόρμητων συγκεντρώσεων.
Αν και τα περιστατικά αυτά σπάνια προβάλλονται από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, ανεξάρτητες πηγές δείχνουν ότι οι διαμαρτυρίες όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά αυξάνονται με ανησυχητικό ρυθμό.
Σύμφωνα με το China Dissent Monitor (CDM), ερευνητικό πρόγραμμα του οργανισμού Freedom House, καταγράφηκαν:
Πάνω από 5.000 διαμαρτυρίες εντός του 2025
Αύξηση 48% στους πρώτους 11 μήνες του 2025 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024
Το 85% των περιστατικών συνδέεται με οικονομικά παράπονα
Η κινεζική οικονομία, που για δεκαετίες αποτελούσε τη βασική πηγή νομιμοποίησης του ΚΚΚ μέσω της υπόσχεσης διαρκούς ευημερίας, παρουσιάζει πλέον σημάδια δομικής κόπωσης. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η κρίση στον τομέα ακινήτων, η μετεγκατάσταση βιομηχανικής παραγωγής στο εξωτερικό και η αυξανόμενη ανεργία — ιδίως μεταξύ των νέων — έχουν διαβρώσει το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολιτών.
Η οικονομική επιβράδυνση είναι πολυπαραγοντική. Περισσότερα από 50 εκατομμύρια προπωλημένα διαμερίσματα παραμένουν ημιτελή. Η κατάρρευση κολοσσών όπως η Evergrande και η Country Garden άφησε εκατομμύρια αγοραστές χωρίς κατοικίες. Το ποσοστό ανεργίας των νέων ξεπέρασε το 20% το 2023, με τις αρχές να αναστέλλουν τη δημοσίευση των στοιχείων για μήνες. Οι μισθοί και οι ώρες εργασίας μειώνονται σταθερά, ιδιαίτερα στις εξαγωγικές βιομηχανίες, και μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες χαμηλότερου κόστους όπως το Βιετνάμ, η Ινδία και το Μπαγκλαντές.
Η περίπτωση των εργατών στο εργοστάσιο Yi Li Sheng στη Σεντζέν, με μισθό περίπου 1.900 γουάν (περίπου 232 ευρώ) σε μία από τις ακριβότερες πόλεις της Κίνας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πίεσης. Ωστόσο, οι εργάτες στη Σεντζέν που λαμβάνουν μισθούς κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης αποτελούν μία από τις χιλιάδες περιπτώσεις.
Καταστολή αντί διαλόγου
Η αντίδραση των αρχών στις διαμαρτυρίες είναι σχεδόν πάντα άμεση και σκληρή. Αστυνομικές δυνάμεις, προσωπικό ασφαλείας και κρατικοί αξιωματούχοι σπεύδουν να διαλύσουν κάθε συγκέντρωση προτού αποκτήσει δυναμική. Η καταγραφή με κάμερες απαγορεύεται, τα βίντεο διαγράφονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι συμμετέχοντες συχνά αντιμετωπίζουν προσαγωγές ή εκφοβισμό.
Η στάση αυτή αποκαλύπτει τον βαθύ φόβο του καθεστώτος απέναντι σε κάθε μορφή συλλογικής έκφρασης. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η νομιμότητα δεν προκύπτει από εκλογική διαδικασία αλλά από τον έλεγχο και την αποτελεσματικότητα, ακόμη και μια τοπική, μη πολιτική διαμαρτυρία θεωρείται δυνητική απειλή. Το Πεκίνο αντιμετωπίζει κάθε αυθόρμητη συγκέντρωση ως πιθανό πυρήνα αποσταθεροποίησης. Η έννοια της «κοινωνικής σταθερότητας» έχει μετατραπεί σε δόγμα εθνικής ασφάλειας, με τεράστιους προϋπολογισμούς για εσωτερική επιτήρηση, ψηφιακή παρακολούθηση και αστυνομική καταστολή.
Αν και το ΚΚΚ επιμένει ότι οι περισσότερες διαμαρτυρίες είναι «τοπικές» και «μη πολιτικές», τα δεδομένα δείχνουν διαφορετική εικόνα. Το 32% των διαμαρτυριών στοχεύουν άμεσα ή έμμεσα κρατικούς θεσμούς όπως τοπικές κυβερνήσεις, κρατικές υπηρεσίες, δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πόλη Τζιανγκγιού της επαρχίας Σιτσουάν, όπου τον Αύγουστο ειρηνική διαμαρτυρία για σχολικό εκφοβισμό εξελίχθηκε σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, με συνθήματα όπως «δώστε μας πίσω τη δημοκρατία». Το επεισόδιο αυτό καταδεικνύει πως ένα φαινομενικά κοινωνικό ζήτημα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κρίση, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχουν θεσμικά κανάλια για να ακουστούν.
Καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη των γεγονότων παίζουν οι εξόριστοι Κινέζοι ακτιβιστές. Ένας άντρας που συστήνεται ως Λι διατηρεί έναν λογαριασμό στο X με τίτλο «Ο Δάσκαλος Λι δεν είναι ο Δάσκαλός σου», όπου αναδημοσιεύει βίντεο από διαμαρτυρίες στην Κίνα σε δυτικές ιστοσελίδες που η λογοκρισία δεν μπορεί να ελέγξει. Αυτό που κάνει λειτουργεί ως ανεπίσημο αρχείο διαμαρτυριών και έχει περίπου 2,1 εκατομμύρια ακολούθους. Λέει ότι η οικογένειά του στην Κίνα έχει δεχτεί απειλές, ενώ ο ίδιος αναγκάζεται να ζει ουσιαστικά κρυμμένος.
Ένα κράτος επιτήρησης χωρίς προηγούμενο
Η Κίνα διαθέτει σήμερα ένα από τα πιο εξελιγμένα συστήματα παρακολούθησης στον κόσμο. Δεν βασίζεται πλέον μόνο στην παραδοσιακή αυταρχική καταστολή για τη διατήρησης της «κοινωνικής σταθερότητας». Αντιθέτως, έχει οικοδομήσει ένα πολυεπίπεδο, τεχνολογικά προηγμένο κράτος επιτήρησης.
Σε αντίθεση με τα αυταρχικά καθεστώτα του 20ου αιώνα, που στηρίζονταν κυρίως στον φόβο, τις καταγγελίες και τη φυσική παρουσία των μηχανισμών ασφαλείας, το κινεζικό μοντέλο του 21ου αιώνα στηρίζεται στην προληπτική επιτήρηση, τον εντοπισμό, την κατηγοριοποίηση και την αποτροπή της διαφωνίας πριν αυτή εκδηλωθεί.
Ψηφιακή παρακολούθηση της καθημερινότητας
Η κινεζική κοινωνία είναι σχεδόν πλήρως ψηφιοποιημένη. Πληρωμές, μετακινήσεις, επικοινωνία και πρόσβαση σε υπηρεσίες πραγματοποιούνται κυρίως μέσω κρατικά ελεγχόμενων ψηφιακών πλατφορμών. Αυτό επιτρέπει στο κράτος να συλλέγει δεδομένα αγορών και οικονομικής συμπεριφοράς, τοποθεσία και μετακινήσεις πολιτών σε πραγματικό χρόνο, κοινωνικά δίκτυα και κύκλους επαφών, διαδικτυακή δραστηριότητα και πολιτικές απόψεις.
Η επιτήρηση δεν είναι αποσπασματική, αλλά ολιστική. Ο πολίτης δεν παρακολουθείται για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που ενδέχεται να κάνει.
Αναγνώριση προσώπου και φυσικός έλεγχος του δημόσιου χώρου
Η Κίνα διαθέτει εκατοντάδες εκατομμύρια κάμερες ασφαλείας, πολλές από τις οποίες είναι εξοπλισμένες με τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου και ανάλυσης συμπεριφοράς. Οι κάμερες αυτές δεν λειτουργούν μόνο για την πρόληψη του εγκλήματος, αλλά και για την ταυτοποίηση συμμετεχόντων σε διαμαρτυρίες, τον εντοπισμό «ύποπτων συγκεντρώσεων», τη χαρτογράφηση κοινωνικών δικτύων ακτιβιστών.
Η παρουσία αυτών των συστημάτων δημιουργεί ένα διαρκές αίσθημα αυτολογοκρισίας. Η διαμαρτυρία δεν καταστέλλεται μόνο με τη βία, αποθαρρύνεται ψυχολογικά.
Από την καταστολή στην πρόληψη της σκέψης
Ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά του κινεζικού κράτους επιτήρησης είναι η μετάβαση από την τιμωρία των πράξεων στον έλεγχο των προθέσεων. Άτομα που μοιράζονται ευαίσθητο περιεχόμενο, συμμετέχουν σε ανεπίσημες ομάδες συζήτησης, εκφράζουν επανειλημμένα δυσαρέσκεια μπορεί να δεχθούν προειδοποιήσεις, επισκέψεις από την αστυνομία ή διοικητικές κυρώσεις χωρίς να έχουν παραβιάσει κάποιον νόμο.
Έτσι, το κράτος μετατρέπει την αβεβαιότητα σε εργαλείο ελέγχου. Ο πολίτης δεν γνωρίζει πότε ακριβώς περνά μια κόκκινη γραμμή, και γι’ αυτό αποφεύγει να πλησιάσει οτιδήποτε.
Στο κινεζικό πολιτικό λεξιλόγιο, η «κοινωνική σταθερότητα» δεν είναι απλώς πολιτικός στόχος, είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Αυτό δικαιολογεί τεράστιες δαπάνες για εσωτερική ασφάλεια, αυξημένη εξουσία των τοπικών αρχών, συγχώνευση τεχνολογικών εταιριών με κρατικούς μηχανισμούς.
Παρά την τεχνολογική υπεροχή του συστήματος, η αυξανόμενη συχνότητα των διαμαρτυριών αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες παράδοξο. Όσο περισσότερο ελέγχεται η κοινωνία, τόσο λιγότερες ασφαλιστικές δικλείδες διαθέτει για την εκτόνωση της δυσαρέσκειας.
Η κινεζική ηγεσία επιμένει ότι οι διαφωνούντες δεν αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα της κοινωνίας. Βέβαια, εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να ζουν καλύτερα από ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, η αύξηση των διαμαρτυριών υποδηλώνει ότι η «κοινωνική σταθερότητα» που επικαλείται το Πεκίνο είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο φαίνεται και το μοντέλο διακυβέρνησης μέσω οικονομικής ανάπτυξης και καταστολής πλησιάζει τα όριά του. Όσο επιχειρείται να θαφτεί η διαφωνία στη σιωπή τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να εκραγεί απρόβλεπτα.
Αύξηση 48% στους πρώτους 11 μήνες του 2025 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024
Το 85% των περιστατικών συνδέεται με οικονομικά παράπονα
Η κινεζική οικονομία, που για δεκαετίες αποτελούσε τη βασική πηγή νομιμοποίησης του ΚΚΚ μέσω της υπόσχεσης διαρκούς ευημερίας, παρουσιάζει πλέον σημάδια δομικής κόπωσης. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η κρίση στον τομέα ακινήτων, η μετεγκατάσταση βιομηχανικής παραγωγής στο εξωτερικό και η αυξανόμενη ανεργία — ιδίως μεταξύ των νέων — έχουν διαβρώσει το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολιτών.
Η οικονομική επιβράδυνση είναι πολυπαραγοντική. Περισσότερα από 50 εκατομμύρια προπωλημένα διαμερίσματα παραμένουν ημιτελή. Η κατάρρευση κολοσσών όπως η Evergrande και η Country Garden άφησε εκατομμύρια αγοραστές χωρίς κατοικίες. Το ποσοστό ανεργίας των νέων ξεπέρασε το 20% το 2023, με τις αρχές να αναστέλλουν τη δημοσίευση των στοιχείων για μήνες. Οι μισθοί και οι ώρες εργασίας μειώνονται σταθερά, ιδιαίτερα στις εξαγωγικές βιομηχανίες, και μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες χαμηλότερου κόστους όπως το Βιετνάμ, η Ινδία και το Μπαγκλαντές.
Η περίπτωση των εργατών στο εργοστάσιο Yi Li Sheng στη Σεντζέν, με μισθό περίπου 1.900 γουάν (περίπου 232 ευρώ) σε μία από τις ακριβότερες πόλεις της Κίνας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πίεσης. Ωστόσο, οι εργάτες στη Σεντζέν που λαμβάνουν μισθούς κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης αποτελούν μία από τις χιλιάδες περιπτώσεις.
Παρόμοιες ιστορίες ακούγονται σε ολόκληρη τη χώρα: απλήρωτοι μισθοί, περικοπές ωραρίων, χαμένα εφάπαξ, και αποταμιεύσεις ζωής εγκλωβισμένες σε ημιτελή ή εγκαταλελειμμένα ακίνητα.
Καταστολή αντί διαλόγου
Η αντίδραση των αρχών στις διαμαρτυρίες είναι σχεδόν πάντα άμεση και σκληρή. Αστυνομικές δυνάμεις, προσωπικό ασφαλείας και κρατικοί αξιωματούχοι σπεύδουν να διαλύσουν κάθε συγκέντρωση προτού αποκτήσει δυναμική. Η καταγραφή με κάμερες απαγορεύεται, τα βίντεο διαγράφονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι συμμετέχοντες συχνά αντιμετωπίζουν προσαγωγές ή εκφοβισμό.
Η στάση αυτή αποκαλύπτει τον βαθύ φόβο του καθεστώτος απέναντι σε κάθε μορφή συλλογικής έκφρασης. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η νομιμότητα δεν προκύπτει από εκλογική διαδικασία αλλά από τον έλεγχο και την αποτελεσματικότητα, ακόμη και μια τοπική, μη πολιτική διαμαρτυρία θεωρείται δυνητική απειλή. Το Πεκίνο αντιμετωπίζει κάθε αυθόρμητη συγκέντρωση ως πιθανό πυρήνα αποσταθεροποίησης. Η έννοια της «κοινωνικής σταθερότητας» έχει μετατραπεί σε δόγμα εθνικής ασφάλειας, με τεράστιους προϋπολογισμούς για εσωτερική επιτήρηση, ψηφιακή παρακολούθηση και αστυνομική καταστολή.
Αν και το ΚΚΚ επιμένει ότι οι περισσότερες διαμαρτυρίες είναι «τοπικές» και «μη πολιτικές», τα δεδομένα δείχνουν διαφορετική εικόνα. Το 32% των διαμαρτυριών στοχεύουν άμεσα ή έμμεσα κρατικούς θεσμούς όπως τοπικές κυβερνήσεις, κρατικές υπηρεσίες, δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πόλη Τζιανγκγιού της επαρχίας Σιτσουάν, όπου τον Αύγουστο ειρηνική διαμαρτυρία για σχολικό εκφοβισμό εξελίχθηκε σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, με συνθήματα όπως «δώστε μας πίσω τη δημοκρατία». Το επεισόδιο αυτό καταδεικνύει πως ένα φαινομενικά κοινωνικό ζήτημα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κρίση, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχουν θεσμικά κανάλια για να ακουστούν.
Καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη των γεγονότων παίζουν οι εξόριστοι Κινέζοι ακτιβιστές. Ένας άντρας που συστήνεται ως Λι διατηρεί έναν λογαριασμό στο X με τίτλο «Ο Δάσκαλος Λι δεν είναι ο Δάσκαλός σου», όπου αναδημοσιεύει βίντεο από διαμαρτυρίες στην Κίνα σε δυτικές ιστοσελίδες που η λογοκρισία δεν μπορεί να ελέγξει. Αυτό που κάνει λειτουργεί ως ανεπίσημο αρχείο διαμαρτυριών και έχει περίπου 2,1 εκατομμύρια ακολούθους. Λέει ότι η οικογένειά του στην Κίνα έχει δεχτεί απειλές, ενώ ο ίδιος αναγκάζεται να ζει ουσιαστικά κρυμμένος.
Ένα κράτος επιτήρησης χωρίς προηγούμενο
Η Κίνα διαθέτει σήμερα ένα από τα πιο εξελιγμένα συστήματα παρακολούθησης στον κόσμο. Δεν βασίζεται πλέον μόνο στην παραδοσιακή αυταρχική καταστολή για τη διατήρησης της «κοινωνικής σταθερότητας». Αντιθέτως, έχει οικοδομήσει ένα πολυεπίπεδο, τεχνολογικά προηγμένο κράτος επιτήρησης.
Σε αντίθεση με τα αυταρχικά καθεστώτα του 20ου αιώνα, που στηρίζονταν κυρίως στον φόβο, τις καταγγελίες και τη φυσική παρουσία των μηχανισμών ασφαλείας, το κινεζικό μοντέλο του 21ου αιώνα στηρίζεται στην προληπτική επιτήρηση, τον εντοπισμό, την κατηγοριοποίηση και την αποτροπή της διαφωνίας πριν αυτή εκδηλωθεί.
Ψηφιακή παρακολούθηση της καθημερινότητας
Η κινεζική κοινωνία είναι σχεδόν πλήρως ψηφιοποιημένη. Πληρωμές, μετακινήσεις, επικοινωνία και πρόσβαση σε υπηρεσίες πραγματοποιούνται κυρίως μέσω κρατικά ελεγχόμενων ψηφιακών πλατφορμών. Αυτό επιτρέπει στο κράτος να συλλέγει δεδομένα αγορών και οικονομικής συμπεριφοράς, τοποθεσία και μετακινήσεις πολιτών σε πραγματικό χρόνο, κοινωνικά δίκτυα και κύκλους επαφών, διαδικτυακή δραστηριότητα και πολιτικές απόψεις.
Η επιτήρηση δεν είναι αποσπασματική, αλλά ολιστική. Ο πολίτης δεν παρακολουθείται για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που ενδέχεται να κάνει.
Αναγνώριση προσώπου και φυσικός έλεγχος του δημόσιου χώρου
Η Κίνα διαθέτει εκατοντάδες εκατομμύρια κάμερες ασφαλείας, πολλές από τις οποίες είναι εξοπλισμένες με τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου και ανάλυσης συμπεριφοράς. Οι κάμερες αυτές δεν λειτουργούν μόνο για την πρόληψη του εγκλήματος, αλλά και για την ταυτοποίηση συμμετεχόντων σε διαμαρτυρίες, τον εντοπισμό «ύποπτων συγκεντρώσεων», τη χαρτογράφηση κοινωνικών δικτύων ακτιβιστών.
Η παρουσία αυτών των συστημάτων δημιουργεί ένα διαρκές αίσθημα αυτολογοκρισίας. Η διαμαρτυρία δεν καταστέλλεται μόνο με τη βία, αποθαρρύνεται ψυχολογικά.
Από την καταστολή στην πρόληψη της σκέψης
Ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά του κινεζικού κράτους επιτήρησης είναι η μετάβαση από την τιμωρία των πράξεων στον έλεγχο των προθέσεων. Άτομα που μοιράζονται ευαίσθητο περιεχόμενο, συμμετέχουν σε ανεπίσημες ομάδες συζήτησης, εκφράζουν επανειλημμένα δυσαρέσκεια μπορεί να δεχθούν προειδοποιήσεις, επισκέψεις από την αστυνομία ή διοικητικές κυρώσεις χωρίς να έχουν παραβιάσει κάποιον νόμο.
Έτσι, το κράτος μετατρέπει την αβεβαιότητα σε εργαλείο ελέγχου. Ο πολίτης δεν γνωρίζει πότε ακριβώς περνά μια κόκκινη γραμμή, και γι’ αυτό αποφεύγει να πλησιάσει οτιδήποτε.
Στο κινεζικό πολιτικό λεξιλόγιο, η «κοινωνική σταθερότητα» δεν είναι απλώς πολιτικός στόχος, είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Αυτό δικαιολογεί τεράστιες δαπάνες για εσωτερική ασφάλεια, αυξημένη εξουσία των τοπικών αρχών, συγχώνευση τεχνολογικών εταιριών με κρατικούς μηχανισμούς.
Παρά την τεχνολογική υπεροχή του συστήματος, η αυξανόμενη συχνότητα των διαμαρτυριών αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες παράδοξο. Όσο περισσότερο ελέγχεται η κοινωνία, τόσο λιγότερες ασφαλιστικές δικλείδες διαθέτει για την εκτόνωση της δυσαρέσκειας.
Η κινεζική ηγεσία επιμένει ότι οι διαφωνούντες δεν αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα της κοινωνίας. Βέβαια, εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να ζουν καλύτερα από ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, η αύξηση των διαμαρτυριών υποδηλώνει ότι η «κοινωνική σταθερότητα» που επικαλείται το Πεκίνο είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο φαίνεται και το μοντέλο διακυβέρνησης μέσω οικονομικής ανάπτυξης και καταστολής πλησιάζει τα όριά του. Όσο επιχειρείται να θαφτεί η διαφωνία στη σιωπή τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να εκραγεί απρόβλεπτα.
https://theepochtimes.gr/i-kina-se-anavrasmo-i-oikonomiki-katar/

Δημοσίευση σχολίου